|
(απόσπασμα από το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο")
Ο Νίκος Καζαντζάκης 18831957), συνομήλικος και αδελφικός φίλος με τον Άγγελο Σικελιανό, αποτελεί μια ξεχωριστή και ιδιόρρυθμη περίπτωση συγγραφέα. Πνεύμα ανήσυχο και διψασμένος για την κάθε είδους γνώση όχι μόνο ταξιδεύει πολύ (Ελβετία, Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, κ.λπ.) αλλά και εγκαθίσταται κατά περιόδους μονιμότερα στο εξωτερικό (στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσία) σαν να ξεκόβει έτσι θεληματικά από τη σύγχρονη του νεοελληνική πραγματικότητα.
Ο Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού.
|
Του Φοίβου Δέλφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κανέλλου) (Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" το 1964)
 Το πώς είναι αληθινός φυσιολάτρης ποιητής ο Σικελιανός δε θα το άμφισβητήοει κανένας, Το πώς έχει το πιο πληθωρικό και ζωντανό φυσιολατρικό στοιχείο, μα κάπου σκοτεινό και απροσδιόριστο. Είναι φυσιολάτρης ποιητής με τη βαθιά και πλατιά έννοια που δίνουμε. Ωστόσο ο πιο πολύς (φυσιολατρικός κόσμος) αδιάβαστος φαίνεται και με φανατική προκατάληψη κολλημένος στον Κώστα Κρυστάλη, δεν το γνωρίζει. Κι' όμως ο Κρυστάλης δεν έζησε όπως εμείς τα βουνά και δεν τα είδε. Και για να ’μαι πιο ειλικρινής, τα έζησε και τα είδε από την παιδική του μνήμη απάνου στην Πίνδο μοναχά, σαν απλός τσοπάνος και τίποτα άλλο. Κι' όμως υπάρχει μέσα στο ποιμενικό και βουκολικό έργο του ένα αγνό κι άδολο «βίωμα» βουνίσιο. Μα που δε θα του σταθεί τυχερό να μείνει ως το τέλος πιστός στα βουνά του.
|
(απόσπασμα από το βιβλίο "Ελλάδα")
Κανένα βουνό απ’ όσα είδα στη ζωή μου - από το Μόν Μπλάν με τα -αιώνια απάτητα χιόνια ίσαμε τις πιο άγριες ισπανικές «σιέρρες» δε μου έκανε ποτέ την εντύπωση που αισθάνθηκα, που δέχθηκα, κατάστηθα θα έπρεπε να πω, όταν από μια ψηλή καμπή του αμαξιτού δρόμου προς τη Σπάρτη αντίκρισα τον Ταΰγετο σ’ όλο τούτο επιβλητικό ύψος. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε βουνό με τέτοιο χαρακτήρα, τέτοιαν ατομικότητα. Η εικόνα του ήταν άφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σε τεράστιες, συμπαγείς πλαγιές, παρόμοιες με στηρίγματα τειχών, χρώματος μοβ και μολυβένιου, και «οι κορφές του, που έχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στο γαλανό ουρανό κατακάθαρα και σκληρά. Δεν υπάρχουν, όπως συμβαίνει μ' άλλα ψηλά βουνά, μικρότερες βουνοσειρές να τον μισοκρύβουν και να εμποδίζουν ν’ αγκαλιάσει κανείς με μια ματιά ολόκληρο το ύψος του. Από την κοιλάδα της Σπάρτης, όπου κάνει φιδίσιους ελιγμούς ο Ευρώτας, και που απλώνεται σα μια θάλασσα πρασινάδας, ο Ταΰγετος σηκώνεται ανεμπόδιστος, ίσιος, ώριμος και δυνατός με μια περήφανη ανάταση - ίσαμε το ύψος των χιονοσκεπασμένων κορυφών του.
|
(Το κείμενο είναι από (ανα)δημοσίευση στα "Βουνά " του ΕΟΣ Αθηνών)
Οι άνθρωποι των ορέων κατήρχοντο στις πεδιάδες. Το Κουλμ, το Ρίγκι - Κουλμ, το Άλπενμπεργκ και το Σουβρέτα, είχαν αδειάσει. Τα χιόνια στο Μυνχ, στο Γιούνγκφραου και στο Αιγκερ, όπως στο Μάττερχορν και στον Γοτθάρδο, όπως σε όλες τις κορφές της Εγκαντί-νας, ερρόδιζαν το πρωί και ερρόδιζαν και το βράδυ. Αλλά η σαιζόν είχε τελειώσει και τα βουνά, ξελαφρωμένα από το πλήθος των παραθεριστών, ανέπνεαν τώρα ελεύθερα.
Εγώ είχα μείνει τελευταίος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να μείνω τούτη τη χρονιά μονάχος μεσ' στα όρη, ή να κατέλθω και εγώ στις πεδιάδες;
Δεν ήτο εύκολο να πάρω μιαν απόφασι αμέσως.
|
|
|
|
|
|