Όταν ο άνθρωπος αφήνει τη φύση απερίσπαστη να αναδείξει το μεγαλείο της, τότε η φύση φτιάχνει «τέχνη». Ατελείωτοι ορεινοί όγκοι με αιώνιους παγετώνες, δεκάδες ποτάμια και ρυάκια στις βουνοπλαγιές, εκατομμύρια χρώματα από ποικίλα άνθη, απέραντα καταπράσινα αλπικά λιβάδια με τις γνωστές αλπικές λίμνες…

Τζουμέρκα ή τα Αθαμανικά όρη. Απότομα και δυσκολοπερπάτητα βουνά! Εμείς διαλέξαμε την κορυφή Καταφίδι (Πυραμίδα όπως την λένε οι ντόπιοι), με υψόμετρο 2.393 μέτρα. Προγραμματίσαμε την ανάβαση για τα τέλη Ιουνίου. Είχαμε στη διάθεσή μας ένα ολόκληρο τριήμερο για να το αξιοποιήσουμε με δραστηριότητες σ’ όλη τη γύρω περιοχή.

Όλοι νιώθαμε ότι αυτή τη φορά το βουνό μας το χρωστούσε. Κανένας μας δεν είχε ξεχάσει την ταλαιπωρία που περάσαμε, δύο χρόνια πριν, στην τελευταία ανάβασή μας στον Σμόλικα, από το μονοπάτι του Παλαιοσελίου. Έχοντας μόλις πατήσει στην κορυφή, στα 2.637 μέτρα, ήρθε μια τρομερή καταιγίδα, που όχι απλά ματαίωσε τα σχέδιά μας να κατασκηνώσουμε δίπλα στη Δρακόλιμνη και να απολαύσουμε μια ανοιξιάτικη διανυκτέρευση σε αντίσκηνα στο δεύτερο σε ύψος αυτό βουνό της Ελλάδας, αλλά μας άφησε μουσκεμένους και εξαντλημένους, να περπατάμε για ώρες κουβαλώντας τα ασήκωτα από τη βροχή σακίδιά μας…

Όση σχέση είχε το βατραχοπέδιλο με το δρόμο προς το Πάπιγκο – όπου και εντοπίστηκε από ανυποψίαστους οδηγούς, εκείνο το σούρουπο του Ιουνίου – τόση σχέση είχα κι εγώ με τη Δρακόλιμνη. Απλώς βουτήξαμε. Εκείνο από το ανοιχτό πορτμπαγκάζ στην άσφαλτο, εγώ από την καταπράσινη όχθη στο θολό από την άμμο νερό της λίμνης. Ούτε εκείνο το πάτησε διερχόμενο αυτοκίνητο, ούτε εμένα με δάγκωσε διερχόμενο νερόφιδο. Κι έτσι επιστρέψαμε σώοι και αβλαβείς στο φυσικό μας περιβάλλον, την παραλία των Αμμολόφων.

Όρος Λάκμος, βουνό Περιστέρι για τους ντόπιους. Ξεχωρίζει για το απέραντο πράσινο των λιβαδιών του και φιλοξενεί τις πηγές του Αχελώου. Εκεί βρίσκεται επίσης η θρυλική Βερλίγκα, που μαιανδρί- ζει κάτω από την ψηλότερη κορυφή του, την Τσουκαρέλλα (2.295μ.). Στη σκιά της είναι χτισμένο το δυτικότερο χωριό του νομού Τρικάλων: το Χαλίκι Ασπροποτάμου. Σκαρφαλωμένο στα 1.150μ., το Χαλίκι, κρατά περήφανα τη βλάχικη παράδοσή του.

Με την πρώτη ματιά φαίνεται παράλογο. Γιατί ν’ αφήσει κανείς το ζεστό του κρεβατάκι κυριακάτικα και να πάρει τα βουνά; Δεν μπορεί να σου απαντήσει κανείς σ’ αυτό πειστικά, χωρίς να σου αναπτύξει ταυτόχρονα θεωρίες περί ομορφιάς του τοπίου, φυσικής ευεξίας και άλλα που θα σε κάνουν να χωθείς πιο βαθιά στον καναπέ και να αρπάξεις την κούπα του κυριακάτικου καφέ. Άλλωστε ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους για τους οποίους ακολουθεί το ανηφορικό μονοπάτι, και τους διαπιστώνει συνήθως αφού έχει τελειώσει η πορεία.

Πολλές φορές, όταν τυχαίνει να μοιράζομαι έναν κοινό χώρο με άλλους ανθρώπους, έχω την τάση να τους περιεργάζομαι και να προσπαθώ να μαντέψω κάτι από το παρελθόν τους. Το τι σκέφτονται, το τι τους έχει φέρει εκεί, μαζί μου, τη συγκεκριμένη στιγμή… Πρόχειρα παιχνίδια του μυαλού, όταν απλά θέλουμε να σκοτώσουμε την ώρα μας.Θα πρέπει να είχα τελειώσει και με τον τελευταίο συνταξιδιώτη μου, όταν άκουσα τον Γιώργο να με προτρέπει να δω το θέαμα έξω από το παράθυρο.