Super User

Super User

Της φιλολόγου Ελένης Γαραντούδη.

 To όρος Παγγαίο είναι πολύ γνωστό από τα μυθολογικά χρόνια. Το χρυσάφι του έκανε τον Ευριπίδη στην τραγωδία του “Ρήσος” να το ονομάσει “όρος με τους όγκους χρυσού, του οποίου η γη κρύβει άργυρο”. Για αιώνες τα πλούσια μεταλλεία του παρείχαν σε μεγάλη αφθονία το χρυσό και τον άργυρο και αποτελούσαν πόλο έλξης για πλήθος λαών και φυλών στην γύρω από το Παγγαίο περιοχή.

Σύντομη ιστορία του Παγγαίου και της περιοχής του από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης

του Άρη Χρηστίδη

(Μέλος του ΕΟΣ Καβάλας, μέλος της Εταιρίας Προστασίας Αγρίων Ζώων και Πουλιών και υπεύθυνος ανατολικής Μακεδονίας του κέντρου περίθαλψης άγριων ζώων της Αίγινας.)

Του δικηγόρου Θεόδωρου Λυμπεράκη

Σ' ένα βαθύ πέπλο μυστηρίου εξακολουθούν να βρίσκονται τα "ακιδογραφήματα" ή "βραχογραφίες" του Παγγαίου, δηλαδή κάποια σχεδιάσματα ζωγραφισμένα επάνω στον σκληρό γρανίτη ή τον σκληρό ασβεστόλιθο, συνηθέστατα στο ύπαιθρο αλλά σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις και μέσα σε σπήλαια.

(Το κείμενο είναι από (ανα)δημοσίευση στα "Βουνά " του ΕΟΣ Αθηνών)

 

 

Οι άνθρωποι των ορέων κατήρχοντο στις πεδιάδες. Το Κουλμ, το Ρίγκι - Κουλμ, το Άλπενμπεργκ και το Σουβρέτα, είχαν αδειάσει. Τα χιόνια στο Μυνχ, στο Γιούνγκφραου και στο Αιγκερ, όπως στο Μάττερχορν και στον Γοτθάρδο, όπως σε όλες τις κορφές της Εγκαντί-νας, ερρόδιζαν το πρωί και ερρόδιζαν και το βράδυ. Αλλά η σαιζόν είχε τελειώσει και τα βουνά, ξελαφρωμένα από το πλήθος των παραθεριστών, ανέπνεαν τώρα ελεύθερα.

Εγώ είχα μείνει τελευταίος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να μείνω τούτη τη χρονιά μονάχος μεσ' στα όρη, ή να κατέλθω και εγώ στις πεδιάδες;

Εδίσταζα.

Δεν ήτο εύκολο να πάρω μιαν απόφασι αμέσως.

Κάθε τόσο, εδώ και εκεί, στην ερημιά, πέφταν χιονοστιβάδες. Μέσα στην άκρα σιωπή του Αλπικού τοπείου, το κύλισμα της κάθε μιας ηκούετο σαν μακρυνή βροντή, ή σαν βήμα βαρύ γιγάντων.

Όπως οι πεδιάδες, έτσι και τα βουνά, έχουν την γοητείαν των, έχουν τα μυστικά των. Απόδειξις, η έλξις η ακατανίκητη των κορυφών. Απόδειξις - οι τάφοι των αλπινιστών. Απόδειξις - η απαλότητα του εντελβάις, μεσ' στην τραχύτητα των υψηλών τιτάνων.

Ναι! Ναι! Η γοητεία των κορυφών!

Μα έχουν και οι πεδιάδες την ιδικήν των γοητείαν. Η άπλα η απέραντη των κάμπων. Το κύμα το πράσινο ή το ξανθό των αχανών σιτοβολώνων. Η θριαμβευτική πορεία των ποταμών. Το μυστήριο των μυστικών περιβολιών. Η αίγλη μιας πόλεως που λιάζεται στον ήλιο. Μια ξαφνική επέλασις αγρίων ίππων. Όλα τα άνθη της πραιρίας.

Δεν ήξερα τι να διαλέξω.

Η θέσις μου ήτο δύσκολη, πολύ δύσκολη.

Τότε απεφάσισα να παίξω το ευγενικό παιχνίδι της ήχους. Αν η ηχώ ήτο μονή, θα κατέβαινα και εγώ στις πεδιάδες. Αν ήτο διπλή, ή τριπλή, θα έμενα στα όρη, ή μάλλον με τα όρη.

Έμπηξα λοιπόν το άλπενστόκ μου μεσ' στο χώμα έβαλα τις παλάμες μου σε σχήμα χωνιού στο στόμα και έκραξα:

"Τυμφρηστός!"

Τότε συνέβη κάτι, που ποτέ δεν θα ξεχάσω.

Απέναντι μου, μέσα στην άκρα σιωπή, επρόβαλε μια κόρη με μακριές ξανθές πλεξούδες με κάτασπρη μπλούζα και καταπράσινη φούστα, και βάζοντας και αυτή τα χέρια της γύρω στο στόμα, απήντησε τρεις φορές, με παρατεταμένη, καθαρή φωνή:

"Jungfrau... Jungfrau... Jungfrau..."

Έτσι, εκείνη τη χρονιά, παρέμεινα στα όρη.

 


(Σημ: Ευχαριστούμε τον φίλο και συνορειβάτη Παναγιώτη Κανελλόπουλο για την αποστολή του παραπάνω κειμένου)

(απόσπασμα από το βιβλίο "Ελλάδα")

 

Κανένα βουνό απ’ όσα είδα στη ζωή μου - από το Μόν Μπλάν με τα -αιώνια απάτητα χιόνια ίσαμε τις πιο άγριες ισπανικές «σιέρρες» δε μου έκανε ποτέ την εντύπωση που αισθάνθηκα, που δέχθηκα, κατάστηθα θα έπρεπε να πω, όταν από μια ψηλή καμπή του αμαξιτού δρόμου προς τη Σπάρτη αντίκρισα τον Ταΰγετο σ’ όλο τούτο επιβλητικό ύψος. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε βουνό με τέτοιο χαρακτήρα, τέτοιαν ατομικότητα. Η εικόνα του ήταν άφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σε τεράστιες, συμπαγείς πλαγιές, παρόμοιες με στηρίγματα τειχών, χρώματος μοβ και μολυβένιου, και «οι κορφές του, που έχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στο γαλανό ουρανό κατακάθαρα και σκληρά. Δεν υπάρχουν, όπως συμβαίνει μ' άλλα ψηλά βουνά, μικρότερες βουνοσειρές να τον μισοκρύβουν και να εμποδίζουν ν’ αγκαλιάσει κανείς με μια ματιά ολόκληρο το ύψος του. Από την κοιλάδα της Σπάρτης, όπου κάνει φιδίσιους ελιγμούς ο Ευρώτας, και που απλώνεται σα μια θάλασσα πρασινάδας, ο Ταΰγετος σηκώνεται ανεμπόδιστος, ίσιος, ώριμος και δυνατός με μια περήφανη ανάταση - ίσαμε το ύψος των χιονοσκεπασμένων κορυφών του. Καθώς εμφανίζεται έτσι, δε δίνει μόνο μια εντύπωση μεγαλείου, αλλά και μια βαθιά συγκίνηση. Δεν τον φαντάζεται κανείς άψυχο: παγερή αιωνιότητα ύλης. Καθώς υψώνεται θεόρατος και δυνατός, σκιάζοντας τη μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σα μια έμψυχη παρουσία, σα να είναι ο τιτανικός φρουρός της - και δίνει πραγματικά το μάθημα εκείνο της ενέργειας και της δύναμης, που ένοιωσε ο Μωρίς Μπαρρές, όταν τον είδε και με το όποιο εξήγησε το πολεμικό θαύμα της αρχαίας Σπάρτης. Αληθινά, αφού δει κανείς τον Ταΰγετο, εννοεί καλύτερα, εννοεί εντελώς, πως υπήρξε η φυλή αυτή περήφανη, η εξαίσια ανδρική, η λιτή, η αυστηρή και πολεμόχαρη, που έζησε στην κοιλάδα αυτή της Σπάρτης χωρίς να νοιώσει ποτέ την ανάγκη να περιτειχίσει Ακροπόλεις για να καταφεύγει σ' αυτές σε ώρες εχθρικών επιδρομών. Οι άνθρωποι που αντίκριζαν καθημερινά τον Τιτάνα αυτόν που λέγονταν Ταΰγετος, που ανέπνεαν τον αέρα που κατεβαίνει από τις κορυφές του, που αισθάνονταν όχι το βάρος του πάνω στην πεδιάδα τους, αλλά το αγέρωχο ύψος του, δεν ήταν δυνατό, στις εποχές εκείνες των πολέμων και των στενών πατρίδων, να μη αναπτυχθούν σε χαλύβδινους και περήφανους πολεμιστές και να μη θέσουν τη φυλή τους ανώτερη και από τον πολιτισμό των Αθηνών ...

Άλλοτε, πριν δω ακόμα τον Ταΰγετο, θεωρούσα κι εγώ, μαζί με όλους τους άλλους, κατώτερη τη φυλή αυτή που χάθηκε από το πρόσωπο της γης χωρίς να αφήσει στους αιώνες τίποτα για να θυμίζει τη διάβασή της: ούτε ναό, ούτε ένα έργο τέχνης. Τώρα αισθάνομαι ότι oι Σπαρτιάτες «άφησαν» ως μνημείο τους τον Ταΰγετο γιατί, εμπνεόμενοι από την περήφανη παρουσία του, ύψωσαν σαν την ψυχή τους ίσαμε την ψηλότερη κορφή του κι έγιναν ένα μ' αυτόν…

 

(Την φωτογραφία μας την παραχώρησε ο ΕΟΣ Καλαμάτας)

του Φοίβου Δέλφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κανέλλου)

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" το 1964)

Το πώς είναι αληθινός φυσιολάτρης ποιητής ο Σικελιανός δε θα το άμφισβητήοει κανένας, Το πώς έχει το πιο πληθωρικό και ζωντανό φυσιολατρικό στοιχείο, μα κάπου σκοτεινό και απροσδιόριστο. Είναι φυσιολάτρης ποιητής με τη βαθιά και πλατιά έννοια που δίνουμε. Ωστόσο ο πιο πολύς (φυσιολατρικός κόσμος) αδιάβαστος φαίνεται και με φανατική προκατάληψη κολλημένος στον Κώστα Κρυστάλη, δεν το γνωρίζει. Κι' όμως ο Κρυστάλης δεν έζησε όπως εμείς τα βουνά και δεν τα είδε. Και για να ’μαι πιο ειλικρινής, τα έζησε και τα είδε από την παιδική του μνήμη απάνου στην Πίνδο μοναχά, σαν απλός τσοπάνος και τίποτα άλλο. Κι' όμως υπάρχει μέσα στο ποιμενικό και βουκολικό έργο του ένα αγνό κι άδολο «βίωμα» βουνίσιο. Μα που δε θα του σταθεί τυχερό να μείνει ως το τέλος πιστός στα βουνά του. Άλλα δεν αρκεί τούτο, η τέχνη του απλή, αφορμάριστη, χωρίς τη βαθιά ανθρώπινη ουσία και τον έντεχνο λυρισμό. Εκείνο που ξεχωρίζει σα ζωντανό και πηγαίο, σ’ αυτόν είναι η ειλικρίνεια κι η αγάπη του στα βουνά, τραγουδάει όπως αισθάνεται και όπως μιλάει με τους συντοπίτες του. Η φυσιολατρική ποίηση του Σικελιανού, δένεται γερά με την ψυχή και τη σκέψη, όπως και του Παλαμά. Είναι βαθιά στοχαστική κι ανθρώπινη. Παντού στο έργο του συναντάς τη φύση, και μάλιστα στον «Αλαφροΐσκιωτο», έργο της νεανικής ακμής, με κάποια σύννεφα σκοτεινής έκφρασης κι ομίχλης, όπως πάντα. Ο Παλαμάς επίσης έχει άφθονο φυσιολατρικό στοιχείο στην ποίηση του, που γεννήθηκε από αντίδραση της ασάλευτης ασθενικής του ζωής. Φυσιολάτρες είναι κι’ άλλοι νεοέλληνες ποιητές. Ορειβασία δεν έκανε ο Σικελιανός, όπως εμείς τη εννοούμε. Έζησε όμως τη φύση, γιατί του δόθηκαν άφθονα τα μέσα απ' τη θεά τύχη να ταξιδέψει, να δει. Ορειβασία είναι μια σκληρή άσκηση, που δύσκολα μπορεί κάθε άνθρωπος να υποβληθεί και να πειθαρχήσει.
Είναι σκληραγωγία, δεν είναι όπως νομίζεται από πολλούς, διασκέδαση και ξεκούραση. Στα νεανικά του χρόνια ίσως να ‘κανε μερικές αναβάσεις σε βουνά.. μα πολύ λίγες με τα πόδια. Η ορειβατική ποίηση είναι βέβαια η φυσιολατρική που αποδίδει το βουνό και την πορεία. Σαν ερασιτέχνη κάπως ορειβάτη θα τον κρίνουμε από κάποιους στίχους στον «Αλαφροΐσκιωτο» και από τα ποιήματα:

«Ανεβαίνοντας τον Όλυμπο» και «Ύμνος στην όρθια Αρτέμιδα». Τούτο το δεύτερο είναι ένας ύμνος στον Ταΰγετο θα μιλήσουμε πιο κάτω. Βουλιάει το πόδι στο χώμα λεει στο πρώτο, και φαίνεται πώς πήγαινε πεζός, μπορεί όμως να ‘βλεπε τους άλλους που βουλιάζανε καβάλα απ’ το άτι του. Κάπως υπάρχει εδώ ο ορειβάτης. Οι φυσιολάτρες πρέπει να μελετήσουν τη νεοελληνική ποίηση. Έχουν πολλά να διδαχτούν. Θα τους ξεκουράσει και θα τους δώσει φτερά για κάθε δύσκολη ανάβαση.

Τα λίγα αυτά ορειβατικά τραγούδια δεν είναι ολότελα έξω απ' το πνεύμα της σημερινής ορειβασίας - πάλης, για την κατάχτηση του βουνού. Μα στα ορειβατικά αυτά, τραγούδια, αν θεωρηθούν τέτοια, λείπει ο αληθινός ορειβάτης, τα πόδια και τα φτερά, ο αγώνας. Είναι περισσότερο φιλολογικά τραγούδια που τα ζωντανεύει η φύση. Με την ιστορία, δε μας δίνει το ποθούμενο αποτέλεσμα της χαράς-λύτρωσης από την νικημένη κορφή, και μας δίνει την τέτοια εντύπωση κάπως κομματιαστή και αοριστόλογα, πού χαλά όλο το τραγούδι με τις δυσαναλογίες του. Με μεγάλο δισταγμό θα έδινα στο Σικελιανό το χαρακτηρισμό του πρώτου νεοέλληνα ορειβάτη ποιητή. Το ίδιο και στο Πέτρο Βλαστό κι ας γύρισαν και oι δυο τούτοι οι τυχεροί όλη σχεδόν την Ελλάδα. Έκαναν πιο πολύ φυσιολατρία και τουρισμό-φιλολογίας, ιστορία. Κι' όχι ορειβασία με το ποδάρι. Αυτό φαίνεται κι' από τους στίχους που άφησαν. Πάντως άθελα τους και ασυνείδητα ορειβατικά αυτοί οι δυο ανοίγουν το δρόμο προς τη νεώτερη ορειβατική, αγωνιστική ποίηση, χωρίς να θέλουν να διεκδικήσουν τον τίτλο του πρωτοπόρου, γιατί δεν τους ανήκει. Τώρα σαν παράδειγμα λίγους στίχους απ' το πρώτο τραγούδι «Ανεβαίνοντας τον Όλυμπο» :

Όλυμπε, ανήφορε του Δία
το χώμα σου είναι μαύρο,
ζυμωμένο μ’ όλα τα χινόπωρα
των καστανιών και των πλατάνων,
και το πόδι χώνεται βαθύτερα απ' το στραγάλι
για να σ’ ανεβεί !

Αδιάκοπα
Με το μαχαίρι -
δαφνοτόμος,
κισσοτόμος, -
πρέπει να κόβει το στενό του μονοπάτι
μέσ' απ’ τα παλιούρια
όποιος γυρέψει να ιδεί!
Κι' άπάνωθέ του, σα λυροχορδές,
οι κληματίδες αμποδάνε να διαβεί !
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Κι αϊτός σου,
το φτεράτο και νυχάτο σου λαγωνικό,
πριν το γνωρίσω μ' επερίμενεν ασάλευτο,
καθώς ο αϊτός όπου, ένα δειλινό,
ανεβαίνοντας γραμμή στα Σταυρωτά
με τους χωριάτεςκαι με τα μουλάρια,
που εβογκούσαν τα κουδούνια τους
στην άσπιλη ησυχία
σένα βράχο καθιστός,
μ’ όλα τα νύχια - αγγίστρια άπονου του –
όπως είχε γυρισμένο το λαιμό σε μια μεριά, όχι ως να φύλαε οέ καρτέρι
αλλ' όλος αλησμονημένος στην καθάρια δύναμη
και στη γαλήνη της ελευτεριάς του, πού δε γνώριζε,
δε σάλεψε καθόλου, ;
μ' όλο που περάσαμε από κάτου του λίγες οργιές
με γέλια και φωνές!

Από τούτους τους στίχους φαίνεται πώς ανέβαιναν τον Όλυμπο καβαλαρία.

Και να μερικές στροφές τώρα απ' τον «Ύμνο στην όρθια Αρτέμιδα»:

Ο Ταΰγετε,

χαλκό βουνό,

ως με δέχτης τέλος ασκητή!

 

Ώ σκισμένα όρη,

όταν εκλείσατε από πίσω μου,

αφήνοντας με ολόμονο

όπως, σαν ένα κριάρι κατεβεί

απ' ορτή πλαγιά σ' ένα πετρόλακο

και ξαφνικά γυρίζοντας να φύγει,

νιώθει πώς δεν είναι δυνατό

γιατί οι ίδιοι βράχοι

πού το βοήθησαν να κατεβεί

τώρα γλιστράνε στο ανηφόρι,

απάτητοι,

παντού!

Ολόμονο με κλείσατε

μεσ' την ακρότατη ερημιά,

μονάχα να σαλεύω ολόγυρα στη φτέρνα μου

να σε κυτάζω, κάστρο ατέλιωτο χαλκό!

 

Ούτε μπροστά, ούτε πίσω!

αλλά κει, στον ίδιο τόπο απάνου,

δίχως σπιθαμή τριγύρα ν' ακουμπήσω ή ν' άπλωθω,

αλλά και, στον ίδιο πάντα τόπο,

ορτός!

 

Ώ πυροδότη των ανθρώπων,

δεν άκουσα ν' ανεβαίνει κάτουθε,

από τον τραχύ γκρεμό,

ή παρηγοριά των Ωκεανίδων !

αλλ’ απ’ ολούθε ο βράχος,

η καρδιά της γης,

το χώμα πού καθ' ώρα ανάδινε

μια μυρουδιά ψηλότερη από πελαγίσια τρικυμιά,

βουλιάζοντας και παίζοντας στα κύματα της

άπλερο ένα σκάφος,

τη μικρή μου αναπνοή !

 

Κι' όλο μου το αίμα ήταν βοή στ’ αυτιά μου,

και στα μάτια μου μια ανάβρα σπίθες,

όπως ή πρωτάναφτη φωτιά μέσ' το καμίνι,

εμπρός στο φυσερό !

 

Αλλ' όταν τέλος απιθώθηκε ή ψυχή μου

στην αδάμαστη σου, Ταΰγετε, ευωδιά

.………………………………………………………….

Ώ νέες πνοές

πού εθρέψατε τη δύναμη μου αδάμαστη και σιωπηλή,

πέπλα της βοής στίς πέντε σου βουνοκορφές

πού σιγολιώνανε τα χιόνια,

ανάεροι καταρράχτες τ

ης μπουμπουκιασμένης ροδοδάφνης

στα γκρεμνά,

στα γκρεμνά,

ανατολή του Δώριου Απόλλωνα

στα μάτια μου μπροστά,

η όψη σκληρή και σκαλιστή

στον κόκκινον αμάλαγο χαλκό!

 

Ώ μάτια μου, θρεμμένα τέλος σαν του λιονταριού

μες στο άπαρτο σκοτάδι του βουνού

σιωπή βαθιά,

που δεν εσάλευε μια πνοή,

και τα ίδια χέρια μου ήταν άφαντα

στην πίσσα της βουβής βραδιάς,

ώ στοχασμοί !

σα νυχτερίδες κυκλοφέρνονται στη σκιά,

σαν άξαφνα απ' τη Σπάρτη

επρόβαλε κατάνακρα,

ορθία Αρτέμιδα

……………………………………………………..

Τα πρώτα βέλη Σου

άρχισαν δονώντας τη σιγή !

Γύρω απ’ τ' αυτιά μου εσούριζαν,

ανάρια σταφνισμένα,

ως σέ σημάδι μες στα σκότη

όπου Συ μόνον έβλεπες ψηλά !

Λαμπρίζαν χαμηλά στρωμένατα

πλεχτά καλάμια

απ' τη δροσιά του Ευρώτα.

Στην κόκκινη πεδιάδα

ούρλιασαν τότε oι Λάκαινες oι σκύλες...

Δεν έσκυψες να οργώσεις με γεν τη γην

αλλά εμαστίγωνες ως το αίμα

τους εφήβους σιωπηλή,

κι’ απάνω τους σκυμμένη ή παρθενιά Σου,

που ιδρωμένη εμυροβόλα

πιότερο απ' του δασού τη καρδιά,

τους κέντριζε

ως με τη στερνήν ανάπνοια

στην ανηφοριά,

στο στεγνωμένο τους λαρύγγι τάζονται,

πηγή μονάχη,

την κορφή!

 

Οι στίχοι αυτοί είναι βέβαια ορειβατικοί, έχουν αυτό που λέγεται συνείδηση, βίωμα του βουνού. Ωστόσο δεν είναι απαλλαγμένο από τη φιλολογική φλυαρία, κι’ είναι το ωραιότερο ορειβατικό τραγούδι για τον Ταΰγετο.


Και λίγοι στίχοι από την «Κρυφή Ιλιάδα» το γλυκό Πήλιο, που είναι απ' τους ωραιότερους που ‘χω διαβάσει:

Ώ φύσημα ορθρινό,
χλοερή ευωδιά του Πηλίου,
πού από τα ολάνυχτα ρουθούνια
σταματάς στο νιο ουρανίσκο
κι' ωσά ρυάκι γάργαρο
κυλάς στά σπλάχνα μου βαθιά !
Μέλη στη δρόσο του βουνού
πιο κρύο
από τον κλώνο νιόφλουδο του πλατάνου
το πρωί.
Να
η αλαφράδα έγινε σάρκα,
κι' η δροσιά σαλεύει στην αμάλαγη καρδιά,
σαν το μελίσσι
πού με το φτερό του, καθώς πίνει,
κάνει ανάλαφρα να κυματίζει
το μεγάλο μάτι της πηγής !
Που 'ναι το εμπόδιο;
που ο βαρύς αγώνας;
Η φτέρνα χαίρεται το χώμα
δροσερή σαν αυγινός καρπός,
και το κορμί αναπαύεται
στην ίδια του αρμονία,
Αιώνια εαρινή !


Οι τελευταίοι στίχοι και όσοι ανάφερα μπορούν να κατατάξουν τον ποιητή, στη χωρίς να το θέλει ορειβατική ποίηση. Μάλιστα τούτοι οι τελευταίοι είναι η απολύτρωση της σάρκας απ’ το βάρος της, η εξαΰλωση της ψυχής πάνω στην ύλη, που ούτε εμπόδιο, μήτε βαρύς αγώνας. Νιώθεις την αλαφράδα της ύλης σάρκας να περνά, να σηκώνεται σα φτερό.

Θυμίζουν τους ψαλμούς του Δαβίδ. Και τους ζει και τους χαίρεται ο γνήσιος κι αληθινός ορειβάτης. Ο Σικελιανός λοιπόν ένας απ’ τους καλύτερους φυσιολάτρες, χωρίς να είναι ορειβάτης αληθινός, μας δίνει κάποτε κάποιες αληθινές ορειβατικές στροφές. Χαράζει το δρόμο προς την αληθινή, συνειδητή, ορειβατική ποίηση του καιρού μας.

(απόσπασμα από το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο")

Ο Νίκος Καζαντζάκης 18831957), συνομήλικος και αδελφικός φίλος με τον Άγγελο Σικελιανό, αποτελεί μια ξεχωριστή και ιδιόρρυθμη περίπτωση συγγραφέα. Πνεύμα ανήσυχο και διψασμένος για την κάθε είδους γνώση όχι μόνο ταξιδεύει πολύ (Ελβετία, Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, κ.λπ.) αλλά και εγκαθίσταται κατά περιόδους μονιμότερα στο εξωτερικό (στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσία) σαν να ξεκόβει έτσι θεληματικά από τη σύγχρονη του νεοελληνική πραγματικότητα.

Ο Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού. Τις πολλές εμπειρίες του από τα ταξίδια του τις μετατρέπει σε συγγραφή, ίσως δεν έμεινε τόπος από τους πολλούς που επισκέφτηκε, που να μην τον κατέγραψε στις ταξιδιωτικές του περιγραφές, που είναι ασφαλώς από τα καλύτερα δημιουργήματα του. Η «Αναφορά στον Γκρέκο» είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία του, που διαβάζεται και σήμερα με μεγάλο ενδιαφέρον απ' όσους αγαπούν το μεγάλο μας αυτό συγγραφέα, που τα μυθιστορήματα του («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948), «Ο καπετάν Μιχάλης» (1950) κ.α.) γνώρισαν μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Από το συναρπαστικό αυτό βιβλίο διαλέγουμε το σημείο όπου ο συγγραφέας κάνοντας την αναφορά του στον Κρητικό «παππού» του, τον Γκρέκο, εξηγεί γιατί η ανάβαση ήταν γι' αυτόν ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος. Ακόμη επιλέξαμε την αφήγηση της ανάβασης του Καζαντζάκη και του Σικελιανού στην κορυφή του Άθω, μια αφήγηση δηλαδή που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για το λόγο της αλλά και για το θέμα της.

 

Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να 'γίνε σ' έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το ' λέγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ' απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε· ήθελε κουβέντα.

Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο· ν' αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.

Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα...

Πήραμε πάλι τον ανήφορο· πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ιμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.

Μπαίνουμε στα χιόνια· ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε· έσκυψε, κοίταξε κάτω· βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.

Να γυρίσουμε... μουρμούρισε.

Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν' ανέβω στην κορφή.

Είναι... είναι... μουρμούρισε ντροπιασμένος· πάμε! Κι άρχισε πάλι ν' ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή· ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπα μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.

Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε· Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που 'χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.

Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.

Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;

Ο καλόγερος αναστέναξε.

Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ' άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.

Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.

Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια· ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.

Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε· σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια· άπλωσε και μου 'σφίξε το χέρι με δύναμη:

Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασε το ορκίζουμαι, δεν το ξανακάνω.

Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα· ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά· ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας· κι όλα τ' αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης· η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.

Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος· ανήφορος και γκρεμός κι ερημία· κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν' ανέβουν πιο απάνω· κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε· μήτε κι αν τη φτάναμε, πώς θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο· ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση.

 

Από την ανάβαση του Συλλόγου στο Φαλακρό την Κυριακή 27/1/2013.

Λήψη - Μοντάζ: Γιώργος Παρσαλίδης.

Από την εξόρμηση του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Καβάλας στο ρέμα της Μεσορόπης στο Παγγαίο στις 14 Οκτωβρίου 2012.