Το μονοπάτι της Αυλής

Το μονοπάτι της Αυλής είναι αυτό που ανακαλεί τις περισσότερες αναμνήσεις στους παλιούς ορειβάτες της Καβάλας. Ίσως κάποιοι απ' αυτούς  πήραν  την απόφαση  να συνεχίσουν και να ασχοληθούν σοβαρά με την ορειβασία, ανηφορίζοντάς το  για πρώτη φορά και, ανακαλύπτοντας μέσα από τις κρυμμένες ομορφιές του,  πόσο άγνωστο αν και κοντινό είναι το βουνό του Παγγαίου .

 

Περιγραφή διαδρομής

(διάρκεια 4 ώρες) 

Στο 26ο χιλιόμετρο της παλιάς εθνικής οδού Καβάλας - Θεσσαλονίκης βρίσκεται το χωριό Αυλή από όπου ξεκινά η σηματοδότηση του μονοπατιού,1 αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μην συνεχίσεις με το αυτοκίνητο τα 3.5 χιλιόμετρα δρόμου που οδηγούν στο χωριό της Παλιάς Αυλής. Αν το μονοπάτι προκαλεί αναμνήσεις, το εγκαταλελειμμένο χωριό της Παλιάς Αυλής αποτελεί το ίδιο ανάμνηση, στοιχεία της οποίας είναι τα ερειπωμένα σπίτια του, στην όμορφη γραφική τοποθεσία στους πρόποδες του βουνού.

Από την εκκλησία του χωριού συνεχίζουμε για άλλα 150 περίπου μέτρα και αφήνουμε το αυτοκίνητο κοντά σε ποτίστρα, όπου μπορούμε να προμηθευτούμε δροσερό νερό για την ανάβαση που ξεκινά από το υψόμετρο των 400 μέτρων. Μια ταμπέλα μας πληροφορεί ότι χρειαζόμαστε 3 ώρες μέχρι το καταφύγιο Πεταλούδα και 3.5 μέχρι το καταφύγιο Χατζηγεωργίου, πράγμα που ισχύει για όλους του μήνες του χρόνου εκτός από τους χειμερινούς. Εκεί ο χρόνος που χρειάζεται για την ανάβαση είναι αρκετά περισσότερος και εξαρτάται από την ποσότητα του χιονιού που θα βρούμε στον δρόμο μας.
Σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής θα συναντήσουμε πολλές φορές το δασικό δρόμο, πάντα όμως θα τον προσπερνάμε απέναντι και έτσι η παρουσία του θα μας είναι μόνον στιγμιαία αισθητή (και μάλλον ενοχλητική). Από το ξεκίνημα στην απότομη πλαγιά πάνω από την ποτίστρα, τον συναντάμε πρώτη φορά στο πρώτο τέταρτο της ώρας σε υψόμετρο  430 μέτρα, περνάμε απέναντι και τον ξαναβρίσκουμε - πολύ φαρδύτερο - πάλι 10 λεπτά αργότερα στο σημείο που βρίσκονται μεγάλες καστανιές (υψ. 500μ.). Τον ακολουθούμε για λίγο έχοντας στα αριστερά μας εγκαταλελειμμένα χωράφια. Αφήνουμε τον χωματόδρομο και συνεχίζουμε ίσια για να τον ξανασυναντήσουμε σε 100 μέτρα και σε υψόμετρο 560 μέτρων  έχοντας συμπληρώσει συνολικό βάδισμα περίπου 3/4 της ώρας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσέξουμε να τον ακολουθήσουμε προς τα αριστερά για 50 μέτρα και να στρίψουμε δεξιά για να μπούμε σε δυσδιάκριτο μονοπάτι λόγω της πυκνής βλάστησης. Το μονοπάτι στενό και ανηφορικό, μας οδηγεί σε 20 λεπτά και σε υψόμετρο 700 μέτρων σε ξέφωτο ώμο. Από εδώ έχουμε θέα προς την πλευρά του βουνού στην οποία κατευθυνόμαστε. Στο σημείο αυτό υπάρχει και πάσσαλος από τη σηματοδότηση του 04.
Μια στιγμιαία στάση θεωρείται σχεδόν βέβαια στο σημείο αυτό, όπου συνεχίζουμε ανηφορικά ακολουθώντας τον ώμο για 300 μέτρα και στρίβουμε αριστερά (βόρεια) σε πλαγιά με κέδρους και βελανιδιές. Σε 15 λεπτά μπαίνουμε σε ένα όμορφο δάσος με οξιές όπου το ευδιάκριτο πια μονοπάτι τραβερσάρει για να μας οδηγήσει μετά από  άλλα 20 λεπτά στο Γουρουνόρεμα σε υψόμετρο 900 μέτρων.  Το ποτάμι προσφέρει ένα όμορφο θέαμα με τα νερά του να κυλούν από ψηλά, να κόβουν το μονοπάτι (που πρέπει να το περάσεις πατώντας πάνω στις πέτρες το χειμώνα για να μην βραχείς) και να συνεχίζουν την κατηφορική τους πορεία.
Δέκα λεπτά μετά το Γουρουνόρεμα συναντάμε το βράχο του Καπρινιώτη2 που εμφανίζεται μπροστά μας σα να μας φράζει το δρόμο, ενώ ένα βέλος επάνω του μας οδηγεί δεξιά (βόρεια). Συνεχίζοντας προς τα πάνω, το μονοπάτι παίρνει στροφή στα αριστερά και ανηφορίζει ανάμεσα στις φτέρες, ξαναμπαίνει μέσα στο δάσος με τις οξιές, βγαίνει και πάλι σε δασικό δρόμο σε υψόμετρο 1.000 μέτρων και συνεχίζει στην απέναντι πλευρά του δρόμου.  Όσοι δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν με την πυκνή βλάστηση, μπορούν να ακολουθήσουν το χωματόδρομο προς τα αριστερά και , στη διχάλα που θα βρουν,  να πάρουν το δεξί σκέλος που θα τους οδηγήσει ξανά στο μονοπάτι. Αυτοί που θέλουν να συνεχίσουν στο μονοπάτι, πρέπει να ανέβουν το ανάχωμα του δρόμου. Το μονοπάτι αρχικά πάει για λίγο παράλληλα με το δρόμο και στη συνέχεια ανεβαίνει και τραβερσάρει σε ξέφωτο με κέδρους που το καλοκαίρι είναι πνιγμένο στις φτέρες. 15 λεπτά αργότερα, συναντάμε ένα ποταμάκι με λιγοστό νερό (ίσως τους θερινούς μήνες να μην υπάρχει) ενώ στα επόμενα 10 λεπτά, το ύψος που βρισκόμαστε είναι αρκετό για να μπορέσουμε με μια ματιά προς τα πίσω να αντικρίσουμε τη θάλασσα. Σε υψόμετρο 1200 μέτρα, μπαίνουμε στο τελευταίο και πιο ανηφορικό τμήμα της διαδρομής. Εδώ καταλήγει και ο δρόμος που προαναφέραμε. Μπροστά  μας βρίσκεται μια αρκετά πλατιά και ανηφορική αντιπυρική ζώνη, με οξιές στην αριστερή της μεριά και πεύκα στα δεξιά. Προχωράμε σ' αυτην  για 15 λεπτά μέχρι εκεί όπου η οξιά επικρατεί οριστικά και το μονοπάτι συνεχίζεται μέσα στο δάσος. Μετά τον πάσσαλο 04 που υπάρχει, το μονοπάτι στρίβει αριστερά (δυτικά) και φτάνει σε 15 λεπτά και πάλι σε ξέφωτο με διάσπαρτα πεύκα . Πιο πάνω, στις οξιές, βρίσκεται ο κεντρικός δρόμος του Παγγαίου.  Το μονοπάτι κάνει ακόμα μια απότομη στροφή στα αριστερά (νότια) και ανηφορίζει γλυκά την πλαγιά με τις οξιές. Συνεχίζει τραβερσάροντας μέσα στο δάσος και αφού περάσει κατεστραμένο χωματόδρομο3 καταλήγει σε ράχη με ένα ακόμα πάσαλο 04.  Με δυτική πια κατεύθυνση ανηφορίζουμε τη ράχη μέχρι το γκρεμισμένο καταφύγιο του Πεταλούδα. Από το τέλος της αντιπυρικής μέχρι εδώ χρειάζονται περίπου 50 λεπτά.
Από το καταφύγιο του Πεταλούδα βγαίνουμε στον κεντρικό δρόμο4 που σε 10 λεπτά  μας φέρνει στο καταφύγιο του ΕΟΣ Καβάλας. Η απόσταση του δρόμου που χωρίζει τα καταφύγια Πεταλούδα και Χατζηγεωργίου είναι 2 χιλιόμετρα. Η ανάβαση από το μονοπάτι της Αυλής, μέχρι το καταφύγιο του Χατζηγεωργίου πρέπει να υπολογισθεί στις 3.5 -4 ώρες, με κανονικό ρυθμό και χωρίς στάσεις.

 

 

Σημειώσεις.

  1. Το έργο της διάνοιξης και της σηματοδότησης του μονοπατιού, έγινε από τον Σ.Χ.Ο. Καβάλας, ο οποίος έχει αναλάβει και την συντήρησή του.
  2. Ο Καπρινιώτης, θρυλική μορφή της ορειβασίας στην δεκαετία του '60 μαζί με τον Αργύρη Πεταλούδα, που έδωσε στο καταφύγιο το όνομά του, λέγεται ότι συνήθιζε να ανεβαίνει το μονοπάτι κάθε πρωί - και βέβαια σε χρόνο πολύ λιγότερο από τον αναγραφόμενο σε αυτό το κεφάλαιο - ξεκινώντας με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο την ημέρα του.
  3. Το τελευταίο αυτό τμήμα του μονοπατιού, ανοίχτηκε με την ευκαιρία της πανελλήνιας ορειβατικής συνάντησης που διοργάνωσε ο Σ.Χ.Ο. Καβάλας το 1993. Μέχρι τότε, το μονοπάτι της Αυλής οδηγούσε από τη  βάση της αντιπυρικής ζώνης στα αριστερά - υπάρχουν ακόμα τα σημάδια - και έφτανε στο καταφύγιο του Πεταλούδα από τους περίφημους δυο Γολγοθάδες - προφανής η ονομασία τους - αποφεύγοντας έτσι την άχαρη ανάβαση στην αντιπυρική ζώνη. Καθότι η σήμανση είναι πλέον παραμελημένη σε αυτό το σημείο, δεν συνιστάται για όσους δεν γνωρίζουν το μέρος. Στο τέλος πάντως της αντιπυρικής ζώνης, το τμήμα που απομένει μέχρι το καταφύγιο, αν και ανηφορικό, είναι το ωραιότερο της διαδρομής. Αρκεί το χειμώνα, που το χιόνι στο έδαφος καλύπτει τα ίχνη του μονοπατιού, ο ορειβάτης να προσέχει να μην χάσει τη σχολαστική σήμανση στους κορμούς των δέντρων, καθώς μέσα στο πυκνό δάσος είναι δύσκολο να βρεις σημείο αναφοράς.)
  4. Αν η διάνοιξη δασικών δρόμων συνεχιστεί μ' αυτόν τον ρυθμό, υπάρχει φόβος, ένα μεγάλο τμήμα της ομορφιάς του μονοπατιού της Αυλής, να μεταφερθεί από το παρόν και να προστεθεί στην σωρό των ήδη αρκετών αναμνήσεων.
 

 

Χάρτης

 

 

Φωτογραφίες

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Το μονοπάτι της Εικοσιφοίνισσας »